κουβαλώ

ρήμα

1. Μεταφέρω ένα αντικείμενο ή φορτίο από ένα μέρος σε άλλο, χειρωνακτικά ή με μέσο μεταφοράς, συχνά με κόπο ή συνεχόμενη προσπάθεια.

2. Φέρνω πάνω μου ή έχω μαζί μου κάτι, τοποθετημένο στο σώμα, στα ρούχα ή μέσα σε τσάντες/θήκες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ κουβαλώ τις βαλίτσες μέχρι το αυτοκίνητο.
  • Στην ομάδα κουβαλώ την ευθύνη για την οργάνωση.
  • Πάντα κουβαλώ μαζί μου τις μνήμες από το πατρικό σπίτι.
  • Από το σχολείο κουβαλώ σημαντικές γνώσεις που με βοηθούν στη δουλειά.
  • Σήμερα κουβαλώ νεύρα και προσπαθώ να είμαι προσεκτικός με τους άλλους.