διώχνω
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι να φύγει από έναν χώρο ή να απομακρυνθεί, με λόγια, χειρονομίες ή πράξη.
2. Απομακρύνω κάποιον από θέση, εργασία ή ρόλο, σταματώντας την πρόσβασή του ή τα καθήκοντά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί διώχνω τα περιστέρια από το μπαλκόνι.
- Ως ιδιοκτήτης, διώχνω τους ενοικιαστές που δεν πληρώνουν.
- Όταν ένας εργαζόμενος κάνει σοβαρό λάθος, τον διώχνω από την εταιρεία.
- Με τα εντομοαπωθητικά διώχνω τα κουνούπια το βράδυ.
- Για να ηρεμήσω, διώχνω τις ανησυχίες μου με βαθιές αναπνοές.