επιμένω
ρήμα1. Διατηρώ σταθερά μια άποψη, απαίτηση ή πρόθεση χωρίς να υποχωρώ, παρά την αντίθεση, την κριτική ή την πίεση.
2. Συνεχίζω να ενεργώ ή να προσπαθώ με επιμονή για την επίτευξη ενός σκοπού, παρά τις δυσκολίες ή τις επανειλημμένες αποτυχίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υποχωρώ υπαναχωρώ παραιτούμαι αναθεωρώ ανακαλώ συμβιβάζομαι αναιρούμαι ανασκευάζω εγκαταλείπω παρατάω αποσύρομαι παραδίνομαι σταματώ αφήνω παραχωρώ ικετεύω απογίνομαι απολογούμαι αναιρώ απεμπολώ καταλείπω μεταβάλλομαι παύομαι προσαρμόζομαι συνθηκολογώ υποκύπτω αφήνομαι κάμπτω κωλώνω ξεκουμπίζομαι σκαλώνω ταλαντεύομαι τραβιέμαι υποτάσσομαι λυγίζω πηγαίνω ακυρώνω αποσύρω ξαποσταίνω παρασύρομαι πείθομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Σε παρακαλώ, επιμένω να πας στον γιατρό.
- Παρά τις αντιρρήσεις, επιμένω στην απόφασή μου.
- Ακόμα και μετά τις εξηγήσεις, επιμένω ότι κάναμε το σωστό.
- Παρ' όλο που κουράστηκα, επιμένω να ασκούμαι κάθε πρωί.
- Επιμένω να πληρώσεις τα έξοδα της ζημιάς.