αποπέμπω
ρήμα1. Απομακρύνω άτομο από θέση, εργασία ή ιδιότητα, διακόπτοντας τη σχέση υπηρεσίας ή τη συμμετοχή του σε οργανισμό.
2. Στέλνω κάποιον να αποχωρήσει από χώρο ή σύναξη, επιβάλλοντας την έξοδό του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
προσλαμβάνω διορίζω επαναπροσλαμβάνω επαναφέρω ορίζω ανακαλώ καλωσορίζω καθιστώ εγκαθιστώ κρατώ δέχομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής απέπεμψε τον υπάλληλο μετά την ολοκλήρωση της έρευνας.
- Η διοίκηση του συλλόγου απέπεμψε τον αθλητή για παραβίαση του κανονισμού.
- Το κόμμα απέπεμψε τη βουλεύτρια μετά τις σοβαρές καταγγελίες.
- Οι αρχές απέπεμψαν αλλοδαπούς που εισήλθαν παράνομα στη χώρα.
- Ο δικαστής απέπεμψε τον συνήγορο από τη δίκη λόγω σύγκρουσης συμφερόντων.
- Ο παρουσιαστής αποπέμφθηκε από το κανάλι μετά το σκάνδαλο.