μεταφέρω
ρήμα1. Κάνω κάτι να αλλάξει θέση από ένα τόπο σε άλλο, λαμβάνοντάς το μαζί μου ή χρησιμοποιώντας μέσο, ώστε το αντικείμενο ή άτομο να βρεθεί σε διαφορετική τοποθεσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα μεταφέρω τα έπιπλα στο νέο μας διαμέρισμα.
- Στο νοσοκομείο μεταφέρω τον ασθενή με φορείο στην εντατική.
- Κατά τη διάρκεια της βάρδιας μεταφέρω πολλά τηλεφωνήματα σε συναδέλφους.
- Στο γράμμα μεταφέρω όλα όσα νιώθω για σένα.
- Κάθε βράδυ μεταφέρω τα αρχεία στον εξωτερικό σκληρό δίσκο.