υποχωρώ

ρήμα

1. Απομακρύνομαι ή κινούμαι προς τα πίσω από μια θέση, τόπο ή σημείο που προηγουμένως καταλαμβανόταν.

2. Παραχωρώ έδαφος, θέση, απαίτηση ή στάση υπό πίεση, αντιπαράθεση ή διαπραγμάτευση, εγκαταλείποντας ή μαλακώνοντας προηγούμενη θέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

προχωρώ επιμένω αντιστέκομαι αντεπιτίθεμαι επιτίθεμαι αγωνίζομαι αντιδρώ εμμένω επικρατώ κατακτώ κυριαρχώ μάχομαι ορθώνομαι ορμάω προβάλλομαι προβαίνω προχωράω απαιτώ στέκομαι αλωνίζω αμύνομαι ανακάμπτω αξιώνω εισβάλλω πλημμυρίζω υπερισχύω αντέχω παραμένω διατηρώ κρατώ ανέρχομαι αναδύομαι αναπτύσσομαι αντιλέγω ανυψώνομαι αποκρούω αυξάνω διαβαίνω διαμαρτύρομαι διεκδικώ εκζητώ ενεργώ επιχειρηματολογώ επιχειρώ θριαμβεύω καταλαμβάνω κρατούμαι ξεπερνώ ξεπροβάλλω παρεμβαίνω πασχίζω προσβάλλω προσπερνώ σφάζομαι φουντώνω προσπαθώ βγαίνω κερδίζω πλησιάζω κυνηγώ νικώ αντιμετωπίζω δρώ διατάζω κατευθύνομαι πολεμώ οδηγώ ξαναέρχομαι πιέζω παλεύω διευθύνω αυξάνομαι εξελίσσομαι νικάω πολεμάω ανορθώνομαι ανταγωνίζομαι διασχίζω ενισχύομαι εντείνω επανακάμπτω επεμβαίνω κατατροπώνω κυβερνώ μπουκάρω ξεσηκώνομαι παρελαύνω υπαγορεύω υπερνικώ κυριεύω προοδεύω σκληραίνω διατάσσω επιβάλλω επιδιώκω προβάλλω σκαρφαλώνω χτυπώ ανεβαίνω θυμώνω εξακολουθώ παραγγέλνω κυνηγάω δρω οδηγάω αναβαίνω ανθίζω ανταπαντώ ανταποδίδω αντεπεξέρχομαι βελτιώνομαι δραστηριοποιούμαι ηγούμαι υπερέχω υπερβαίνω

Παραδείγματα χρήσης

  • Σε μια έντονη συζήτηση, συνήθως υποχωρώ για να αποφευχθεί μια σύγκρουση.
  • Ο στρατός υποχώρησε όταν έμεινε χωρίς εφόδια.
  • Η φλεγμονή του τραύματος υποχώρησε μετά από τη θεραπεία.
  • Η ακτή υποχωρεί σιγά σιγά εξαιτίας της διάβρωσης.
  • Μην υποχωρείς τώρα — κράτα τη θέση σου μέχρι να φτάσει η βοήθεια.