στέλνω
ρήμα1. Κάνω ένα αντικείμενο, έγγραφο ή μήνυμα να μεταφερθεί από τον αποστολέα σε έναν παραλήπτη, χρησιμοποιώντας φυσικά μέσα ή υπηρεσίες μεταφοράς.
Συνώνυμα
αποστέλλω πέμπω στείλω ταχυδρομώ διαβιβάζω προωθώ μεταδίδω εκπέμπω παραδίδω παραπέμπω διανέμω μεταβιβάζω υποβάλλω μεταφέρω προσκομίζω κοινοποιώ επισυνάπτω ανεβάζω πετάω επικοινωνώ διώχνω κατευθύνω ξεκουμπώνω προμηθεύω απευθύνομαι εξάγω επιδίδω εκτοξεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα στέλνω ένα πακέτο στον φίλο μου.
- Κάθε πρωί στέλνω ενημερωτικά μηνύματα στους πελάτες.
- Κάθε μήνα στέλνω χρήματα στους γονείς μου.
- Τον στέλνω στον διευθυντή για οδηγίες.
- Στο τέλος του γράμματος στέλνω πάντα φιλιά.