αρπάζω
ρήμα1. Παίρνω απότομα και με το χέρι ή με γρήγορη, απότομη κίνηση κάτι που βρίσκεται κοντά.
2. Αφαιρώ ή καταλαμβάνω κάτι με βία ή χωρίς άδεια από εκείνον που το κατέχει.
3. Εκμεταλλεύομαι άμεσα μια ευκαιρία ή δυνατότητα, ενεργώντας γρήγορα για να ωφεληθώ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητέρα αρπάζει το παιδί πριν πέσει.
- Μην το σκέφτεσαι — άρπαξε την ευκαιρία!
- Του άρπαξαν το πορτοφόλι στο μετρό.
- Ο χώρος άρπαξε φωτιά μέσα σε λίγα λεπτά.
- Τον άρπαξε ο φόβος και δεν μπορούσε να μιλήσει.