απομακρύνω
ρήμα1. Μετακινώ κάτι ή κάποιον από ένα σημείο σε άλλο, ώστε να μην βρίσκεται πλέον στο αρχικό σημείο.
2. Διακόπτω ή απομακρύνω τη συμμετοχή ή την κατοχή κάποιας θέσης, ευθύνης ή υπηρεσίας από κάποιον, θέτοντάς τον εκτός αυτής.
Συνώνυμα
αφαιρώ διαγράφω βγάζω διώχνω εκδιώχνω αποσύρω αποβάλλω απομονώνω μετακινώ εκτοπίζω ξεφορτώνω ξεριζώνω αποσπώ απωθώ εκκενώνω εξαιρώ ξεκουμπώνω ξεκόβω παύω σπρώχνω ξεφορτώνομαι κατεβάζω απολύω απαλείφω αποδιώχνω αποξενώνω αποστρέφω αποχωρίζω εκβάλλω εκδιώκω εκκαθαρίζω εξωθώ ξηλώνω εξαφανίζω πετάω σβήνω αδειάζω αποκλείω αποκόπτω αποπέμπω αποτρέπω αφανίζω καθαρίζω τινάζω απεμπλέκω αποκολλώ αποσυμφορώ εκφορτώνω εξάγω εξορίζω σκουπίζω
Αντώνυμα
βάζω φέρνω τοποθετώ αγκαλιάζω αποθέτω ελκύω εναποθέτω προσελκύω σύρω φιλοξενώ φέρω τραβάω καλώ φιλώ τραβώ ακουμπάω έλκω ακουμπώ επαναφέρω ενσωματώνω προσλαμβάνω εγκαθιστώ ενώνω συνδέω προσεγγίζω αναρτώ διορίζω εισάγω εντάσσω παρηγορώ προσκομίζω σέρνω σερβίρω στρέφω στριμώχνω στρώνω σφηνώνω ψήνω επιστρέφω πιάνω κρατάω θυμίζω περιέχω πατάω καλωσορίζω στήνω προσθέτω χώνω κουβαλάω καθιστώ αφομοιώνω εμπλέκω κολλώ μαγνητίζω μολύνω περιβάλλω συγκλίνω συναθροίζω συνοδεύω κρατώ διατηρώ καταγράφω προτρέπω φορτώνω χωρώ συστήνω καθίζω αφορώ επανασυνδέω προσανατολίζω προσκαλώ υποκινώ
Παραδείγματα χρήσης
- Θα απομακρύνω το σπασμένο τζάμι πριν τραυματιστεί κανείς.
- Πρέπει να απομακρύνω τον μαθητή από την τάξη όταν η συμπεριφορά του γίνεται επικίνδυνη.
- Πριν δώσω τον υπολογιστή για επισκευή, θα απομακρύνω όλα τα προσωπικά μου αρχεία.
- Μπορώ να απομακρύνω τον λεκέ με λίγο απορρυπαντικό και νερό.
- Προσπαθώ να απομακρύνω τις αρνητικές σκέψεις με καθημερινή άσκηση.