πουλάω

ρήμα

1. Μεταβιβάζω σε άλλον την κυριότητα ή τη χρήση αγαθών, προϊόντων ή υπηρεσιών σε αντάλλαγμα χρήματα ή άλλο οικονομικό αντίτιμο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε Σάββατο πουλάω φρούτα στη λαϊκή.
  • Στο διαδίκτυο πουλάω παλιά επιτραπέζια παιχνίδια.
  • Δεν πουλάω τους συναδέλφους μου.
  • Δεν πουλάω παραμύθια για να με πιστέψετε.
  • Δεν πουλάω τα ιδανικά μου για λίγα χρήματα.