κοινοποιώ

ρήμα

1. Κάνω κάτι γνωστό σε άλλους, μεταφέροντας πληροφορίες ή υλικό ώστε να γίνει προσβάσιμο σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή στο ευρύ κοινό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε μέρα κοινοποιώ τη δημοσίευση στο προφίλ μου για να τη δουν όλοι.
  • Στην υπηρεσία κοινοποιώ το έγγραφο στην αρμόδια επιτροπή.
  • Κάθε φορά που λαμβάνω σχετικό μήνυμα, κοινοποιώ τον σύνδεσμο στους συνεργάτες.
  • Με σκοπό τη διαφάνεια, κοινοποιώ την έκθεση στο κοινό.
  • Όταν αλλάξει η ώρα της συνάντησης, κοινοποιώ την ενημέρωση στους συμμετέχοντες.