αναθέτω
ρήμα1. Δίνω σε κάποιον εργασία, καθήκον ή έργο για να το εκτελέσει.
2. Αναθέτω σε πρόσωπο ή φορέα την εκτέλεση ή τη διαχείριση καθηκόντων ή υπηρεσιών βάσει συμφωνίας ή εντολής.
3. Εμπιστεύομαι σε κάποιον τη φροντίδα, τη μέριμνα ή την ευθύνη για κάτι.
Συνώνυμα
κατακυρώνω εκχωρώ εξουσιοδοτώ εμπιστεύω επιφορτίζω μεταβιβάζω παραχωρώ εναποθέτω εμπιστεύομαι απασχολώ διατάζω παραγγέλνω διαμοιράζω κατανέμω επιμερίζω μοιράζω φορτώνω παραδίδω χρεώνω επιλέγω διορίζω αφιερώνω επιρρίπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο επόμενο έργο αναθέτω την επίβλεψη στον Κώστα.
- Συνήθως αναθέτω τις μεταφράσεις σε εξειδικευμένους συνεργάτες.
- Από σήμερα αναθέτω την ευθύνη της ομάδας στη Μαρία.
- Σε δημόσιους διαγωνισμούς αναθέτω έργα μόνο σε ανάδοχους που κέρδισαν.
- Για την έκθεση αναθέτω τη δημιουργία του έργου σε έναν καταξιωμένο ζωγράφο.