αφιερώνω
ρήμα1. Προορίζω χρόνο, προσπάθεια ή υλικούς και άυλους πόρους για να εξυπηρετήσω, να στηρίξω ή να προωθήσω κάποιο σκοπό, άτομο ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ αφιερώνω δύο ώρες στη μελέτη.
- Σήμερα αφιερώνω αυτό το τραγούδι στον πατέρα μου.
- Τα κέρδη του πρότζεκτ αφιερώνω σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
- Σε αυτό το βιβλίο αφιερώνω τις πρώτες σελίδες στους γονείς μου.
- Όλη μου τη ζωή αφιερώνω στην τέχνη.