εναποθέτω

ρήμα

1. Βάζω ή τοποθετώ αντικείμενο σε συγκεκριμένο σημείο ή χώρο για φύλαξη, αποθήκευση ή προσωρινή τοποθέτηση.

2. Εμπιστεύομαι ή αναθέτω σε κάποιον ή σε κάτι την ευθύνη, τη φροντίδα ή τις προσδοκίες μου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε βράδυ εναποθέτω τα βιβλία στο πάνω ράφι.
  • Στην ομάδα αυτή εναποθέτω τις ελπίδες μου για επιτυχία.
  • Στον συνάδελφο εναποθέτω την ευθύνη ολοκλήρωσης του έργου.
  • Κάθε μήνα εναποθέτω χρήματα στον τραπεζικό μου λογαριασμό.
  • Στις όχθες του ποταμού εναποθέτω δείγματα ιζημάτων για ανάλυση.