ξοδεύω
ρήμα1. Χρησιμοποιώ χρήματα για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών ή για την κάλυψη αναγκών και επιθυμιών.
2. Χρησιμοποιώ πόρους, όπως χρόνο, ενέργεια ή υλικά, κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας ή δραστηριότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα ξοδεύω πολλά χρήματα για τα απαραίτητα.
- Τον ελεύθερο χρόνο μου ξοδεύω διαβάζοντας βιβλία για ώρες.
- Στη δουλειά ξοδεύω πολλή ενέργεια για να ολοκληρώσω τα έργα.
- Δεν θέλω να ξοδεύω τις λέξεις μου σε ασήμαντα πράγματα.
- Στις κατασκευές ξοδεύω πολύ υλικό όταν πειραματίζομαι.