λήγω
ρήμα1. Παύει να ισχύει μετά την παρέλευση προκαθορισμένου χρόνου, όπως προθεσμίας, σύμβασης ή άδειας.
2. Σταματάει να παράγει έννομες ή λειτουργικές συνέπειες και καθίσταται χωρίς ισχύ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η άδεια οδήγησης λήγει αύριο.
- Το συμβόλαιο εργασίας λήγει στο τέλος του μήνα.
- Οι κουπόνες προσφοράς λήγουν την ερχόμενη εβδομάδα.
- Η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων λήγει στις δώδεκα το βράδυ.
- Η θητεία του προέδρου λήγει με την ολοκλήρωση των εκλογών.