χαρίζω
ρήμα1. Κάνω κάποιο αντικείμενο, περιουσιακό στοιχείο ή δικαίωμα ιδιοκτησία άλλου προσώπου χωρίς να ζητώ αντάλλαγμα, προσφέροντάς το ως δώρο ή παραχωρώντας το οικειοθελώς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα χαρίζω τα παλιά μου ρούχα σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα.
- Στον αδελφό μου χαρίζω το καινούργιο μου παιχνίδι.
- Στους συνεργάτες μου χαρίζω χρόνο και υπομονή όταν μαθαίνουν κάτι καινούργιο.
- Δεν χαρίζω εύκολα συγχώρεση σε κάποιον που με πρόδωσε.
- Δεν χαρίζω σε κανέναν τις νίκες μου.