κλείνω
ρήμα1. Κλείνω ένα άνοιγμα ή πέρασμα, ώστε να μην επιτρέπει την είσοδο ή τη διέλευση (π.χ. πόρτα, παράθυρο, καπάκι).
Συνώνυμα
σβήνω απενεργοποιώ τερματίζω κρεμώ συμπληρώνω κρατάω σφραγίζω σφαλίζω κλειδώνω ολοκληρώνω τελειώνω σταματώ διακόπτω κρατώ δεσμεύω προγραμματίζω κανονίζω συνάπτω επισφραγίζω υπογράφω παύω κόβω σταματάω δένω κρεμάω μπλοκάρω ακινητοποιώ διευθετώ κουμπώνω φυλακίζω διακανονίζω διεκπεραιώνω επουλώνω οριστικοποιώ συγκλείω σιωπώ αδρανοποιώ απομονώνω λήγω αποκλείω εξασφαλίζω εξοφλώ αποπληρώνω αποσυνδέομαι πακετάρω περιορίζω
Αντώνυμα
ανοίγω ξεκλειδώνω ανάβω ενεργοποιώ ξεκινώ αρχίζω αποσφραγίζω ακυρώνω σηκώνω στήνω εκκινώ διαπερνώ επανεκκινώ συνεχίζω επανενεργοποιώ απελευθερώνω χτυπάω άρχομαι διευρύνω ενεργοποιούμαι ξεδιπλώνω ξεσφραγίζω τρυπώνω επιμηκύνω ξεβιδώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ κλείνω την πόρτα πριν κοιμηθώ.
- Στο μαγαζί κλείνω στις εννιά.
- Πρέπει να κλείνω ραντεβού με τον γιατρό κάθε μήνα.
- Όταν κουράζομαι, κλείνω τα μάτια για λίγα λεπτά.
- Στο τέλος του μήνα κλείνω τους λογαριασμούς της εταιρείας.