κλείνω

ρήμα

1. Κλείνω ένα άνοιγμα ή πέρασμα, ώστε να μην επιτρέπει την είσοδο ή τη διέλευση (π.χ. πόρτα, παράθυρο, καπάκι).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε βράδυ κλείνω την πόρτα πριν κοιμηθώ.
  • Στο μαγαζί κλείνω στις εννιά.
  • Πρέπει να κλείνω ραντεβού με τον γιατρό κάθε μήνα.
  • Όταν κουράζομαι, κλείνω τα μάτια για λίγα λεπτά.
  • Στο τέλος του μήνα κλείνω τους λογαριασμούς της εταιρείας.