πετάω

ρήμα

1. Κινούμαι μέσα στον αέρα ή προκαλώ κίνηση μέσα στον αέρα, υπερβαίνοντας την επιφάνεια του εδάφους με τη βοήθεια φτερών, κινητήρων ή αεροδυναμικών δυνάμεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα πετάω με αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη.
  • Κάθε εβδομάδα πετάω τα παλιά περιοδικά που δεν χρειάζομαι.
  • Στη συζήτηση πετάω ένα σύντομο σχόλιο και μετά ακούω τις αντιδράσεις.
  • Με την είδηση πετάω από τη χαρά.
  • Την Κυριακή πετάω χαρταετό στην παραλία.