φυλάσσω
ρήμα1. Παρακολουθώ και προστατεύω τόπο, αντικείμενο ή πρόσωπο ώστε να αποτραπεί βλάβη, κλοπή ή ανεπιθύμητη πρόσβαση.
2. Διατηρώ κάτι ασφαλές ή αναλλοίωτο, φροντίζοντας για την ασφάλεια ή την ακεραιότητά του.
Συνώνυμα
φυλάω φυλάγω φρουρώ επιτηρώ κρατώ διαφυλάσσω περιφρουρώ προφυλάσσω προστατεύω διατηρώ συντηρώ αποθηκεύω ασφαλίζω προσέχω φροντίζω περιπολώ επιβλέπω εξασφαλίζω φυλακίζω κρατάω θησαυρίζω καταχωνιάζω κρύβω παρακολουθώ παραφυλάω καλύπτω αστυνομεύω σώζω αποταμιεύω τηρώ αρχειοθετώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ φυλάσσω την είσοδο του μουσείου κάθε βράδυ.
- Φυλάσσω τα παλιά γράμματα σε ένα κουτί στη σοφίτα για να μην χαθούν.
- Θα φυλάσσω το μυστικό που μου εμπιστεύτηκες.
- Προσπαθώ να φυλάσσω την παράδοση της οικογένειάς μας σε κάθε γιορτή.
- Κατά τη διάρκεια της βάρδιας φυλάσσω την περιοχή μαζί με τον συνάδελφό μου.