καταλείπω
ρήμα1. Διακόπτω την παρουσία μου δίπλα σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, αφήνοντάς το χωρίς φροντίδα, προστασία ή συνοδεία.
2. Αποχωρώ από τόπο, θέση ή εγκατάσταση και δεν επιστρέφω, με αποτέλεσμα ο χώρος να μείνει χωρίς παρουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν καταλείπω ποτέ τους φίλους μου σε δύσκολες στιγμές.
- Ο κυβερνήτης καταλείπει το πλοίο αφού βεβαιωθεί ότι όλοι είναι ασφαλείς.
- Στη διαθήκη του, ο πατέρας καταλείπει το σπίτι στον γιο του.
- Παρακαλώ, μην με καταλείπεις τώρα που σε χρειάζομαι.
- Μετά την πυρκαγιά, μόνο λίγα κτίρια κατέλειψαν όρθια.