τινάζω
ρήμα1. Κουνώ γρήγορα και επαναλαμβανόμενα ένα αντικείμενο ή μέρος του σώματος για να απομακρύνω σκόνη, νερό ή μικρά αντικείμενα.
Συνώνυμα
τινάσσω αποτινάζω αποτινάσσω σείω ταρακουνώ τραντάζω κουνώ κουνάω κινώ ανακινώ σαλεύω χτυπώ ξεφορτώνομαι εκσφενδονίζω σκόρπίζω διώχνω ξεσκονίζω αδειάζω αφαιρώ απομακρύνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν το κρεμάσω, τινάζω το παλτό μου για να φύγει η σκόνη.
- Κάθε πρωί τινάζω το χαλί έξω και το αφήνω να αεριστεί.
- Για να μαζέψω τα μήλα πιο εύκολα, τινάζω τα κλαδιά του δέντρου.
- Αφού απογοητεύτηκα, τινάζω από πάνω μου την αρνητική διάθεση και συνεχίζω.
- Πριν ξεκινήσω τη δουλειά, τινάζω τα μανίκια μου και συγκεντρώνομαι.