βγάζω

ρήμα

1. Αφαιρώ κάτι από μέσα, από πάνω ή από κάποια θέση και το απομακρύνω ή το τοποθετώ έξω από το αρχικό του σημείο.

2. Προκαλώ ή παράγω την εμφάνιση, την έκδοση ή την εκπομπή κάποιου αποτελέσματος, προϊόντος ή φαινομένου (π.χ. καρποί, ήχοι, φως).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί βγάζω το παλτό μου μόλις μπαίνω στο σπίτι.
  • Στην εκδρομή βγάζω πολλές φωτογραφίες.
  • Με αυτή τη δουλειά βγάζω αρκετά χρήματα.
  • Η σόμπα βγάζει πολύ καπνό όταν την ανάβουμε.
  • Ο συγγραφέας βγάζει καινούριο βιβλίο κάθε χρόνο.