εκποιώ
ρήμα1. Πραγματοποιώ πώληση περιουσιακών στοιχείων, αγαθών ή εμπορευμάτων, μεταβιβάζοντας την κυριότητα σε άλλον έναντι αντιτίμου.
Συνώνυμα
πουλάω πωλώ πουλώ ξεπουλώ ξεπουλάω ρευστοποιώ δημοπρατώ διαθέτω εκχωρώ μεταπωλώ πλειστηριάζω ξεφορτώνω εμπορεύομαι μεταβιβάζω παραχωρώ εκκαθαρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσωπικά, εκποιώ το παλιό μου αυτοκίνητο για να καλύψω τα έξοδα επισκευής.
- Ως εκτελεστής της διαθήκης, εκποιώ τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος μέσω δημοπρασίας.
- Ως υπεύθυνος πωλήσεων, εκποιώ τα εναπομείναντα εμπορεύματα με σημαντική έκπτωση.
- Για να αποπληρώσω τα χρέη, εκποιώ την εμπορική μονάδα της εταιρείας.
- Δεν εκποιώ την αξιοπρέπειά μου για κανένα ποσό.