παρατάω
ρήμα1. Διακόπτω αιφνίδια ή οριστικά τη συμμετοχή ή τη φροντίδα μου σε ένα έργο, εργασία, σχέση ή υποχρέωση, με αποτέλεσμα αυτά να μην έχουν συνέχεια.
2. Σταματώ να φροντίζω ή να τακτοποιώ αντικείμενα ή χώρο, οπότε αυτά παραμένουν σε ακαταστασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μένω παραμένω συνεχίζω επιμένω κρατάω προσπαθώ κυνηγάω παλεύω διαχειρίζομαι συντηρώ υπομένω καταδιώκω ξελασπώνω περιθάλπω διατηρώ φροντίζω υποστηρίζω προστατεύω ολοκληρώνω προσέχω φέρω ψάχνω δοκιμάζω ξεκινώ τραβώ γυρεύω ασχολούμαι ξανακάνω ξαναπαίρνω εξακολουθώ διευθύνω κουβαλάω αναζητώ επιβλέπω επιμελούμαι επιτηρώ επιχειρώ ερευνώ κουβαλώ μελετώ πασχίζω προετοιμάζω αντεπεξέρχομαι αναλαμβάνω σχεδιάζω κυνηγώ σκαρώνω υιοθετώ αξιοποιώ διερευνώ προνοώ ρυμουλκώ υλοποιώ υπερνικώ
Παραδείγματα χρήσης
- Κουράστηκα και σήμερα παρατάω τη δουλειά.
- Αν συνεχίσει να με αγνοεί, παρατάω τη σχέση.
- Συχνά παρατάω τα ρούχα μου στο πάτωμα αντί να τα βάλω στο καλάθι.
- Στα δύσκολα παρατάω γρήγορα τα χόμπι που ξεκινάω.
- Δεν παρατάω τους φίλους μου όταν έχουν ανάγκη.