ανυψώνομαι
ρήμα1. Μετακινούμαι προς τα πάνω ή αυξάνεται το ύψος μου σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς.
2. Ανασηκώνομαι ή υψώνομαι με τη βοήθεια άλλου προσώπου ή μηχανικού μέσου.
3. Αποκτώ υψηλότερη θέση, κύρος ή κατάσταση σε κοινωνικό ή επαγγελματικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
ανεβαίνω αναβαίνω ανέρχομαι υψώνομαι σηκώνομαι ανεβάζομαι ανασηκώνομαι ορθώνομαι σκαρφαλώνω αναρριχώμαι ανελκύομαι εξυψώνομαι προάγομαι αναβαθμίζομαι εκτοξεύομαι εγείρομαι πετάω αυξάνομαι ανορθώνομαι υπερυψώνομαι ανηφορίζω απογειώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπαίνοντας στο αερόστατο, ανυψώνομαι αργά πάνω από το χωριό.
- Όταν πιέζω το κουμπί, ανυψώνομαι στο επόμενο όροφο με το ασανσέρ.
- Ακούγοντας την αγαπημένη μου μουσική, ανυψώνομαι ψυχικά και νιώθω ευφορία.
- Με την προαγωγή, αισθάνομαι ότι ανυψώνομαι επαγγελματικά.
- Στην εκκλησία, κατά την προσευχή, ανυψώνομαι πνευματικά.