υπαγορεύω
ρήμα1. Δίνω προφορικά κείμενο ή οδηγίες ώστε κάποιος άλλος να τα γράψει ή να τα καταγράψει με ακρίβεια.
2. Κάνω αναγκαία την τήρηση κανόνων, όρων ή αποφάσεων μέσω εντολών, οδηγιών ή άσκησης εξουσίας.
Συνώνυμα
επιβάλλω διατάζω υποχρεώνω απαιτώ προσταγάζω παραγγέλνω εντέλλω επηρεάζω υποδεικνύω καθορίζω ορίζω καθοδηγώ προδιαγράφω προτρέπω πιέζω διαμορφώνω αναγκάζω εξαναγκάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δασκάλα υπαγορεύει την παράγραφο στους μαθητές.
- Σου υπαγορεύω την επιστολή για να την γράψεις όπως λέω.
- Η συνείδησή μου υπαγορεύει να πω την αλήθεια.
- Οι περιστάσεις υπαγορεύουν προσοχή και υπομονή.
- Το κείμενο υπαγορεύτηκε από τον διευθυντή πριν από τη συνάντηση.