ανακάμπτω

ρήμα

1. Επανακτώ δύναμη, ενέργεια ή καλή κατάσταση μετά από περίοδο αδυναμίας, ασθένειας ή κρίσης.

2. Επανέρχομαι σε ανοδική πορεία ή παρουσιάζω βελτίωση μετά από πτώση, ύφεση ή δυσμενή εξέλιξη.

Συνώνυμα

αναρρώνω συνέρχομαι επανέρχομαι αποκαθίσταμαι επανακάμπτω βελτιώνομαι ανασυντάσσομαι αναθαρρώ αναπτερώνομαι αναζωογονιέμαι ανορθώνομαι ανασυγκροτούμαι αναγεννιέμαι ανεβαίνω σκαρφαλώνω σηκώνομαι γυρνώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την εγχείρηση, ανακάμπτω σταδιακά και νιώθω καλύτερα.
  • Η οικονομία της χώρας ανακάμπτει μετά την ύφεση.
  • Οι μετοχές της εταιρείας ανακάμπτηκαν μετά την ανακοίνωση των κερδών.
  • Οι σχέσεις μεταξύ των χωρών ανακάμπτουν σταδιακά.
  • Ο αθλητής, μετά την πτώση, ανακάμπτηκε και συνέχισε τον αγώνα.