αντιστέκομαι

ρήμα

1. Προβάλλω ή ασκώ αντίσταση σε εξωτερική δύναμη, επίθεση ή πίεση με σκοπό να την εμποδίσω ή να την αναχαιτίσω.

2. Αρνούμαι να συμμορφωθώ με εντολές, απαιτήσεις ή προσδοκίες, δείχνοντας άρνηση ή αντίρρηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην απεργία, αντιστέκομαι στα αυταρχικά μέτρα της διεύθυνσης.
  • Παρά την κούραση, αντιστέκομαι στον πειρασμό να τα παρατήσω.
  • Κάθε χειμώνα προσέχω τη διατροφή μου και αντιστέκομαι στις ιώσεις.
  • Όταν προσπαθούν να υπονομεύσουν τις αξίες μου, αντιστέκομαι με επιχειρήματα.
  • Σε περίπτωση φυσικής επίθεσης, αντιστέκομαι με όση δύναμη διαθέτω.