αντιστέκομαι
ρήμα1. Προβάλλω ή ασκώ αντίσταση σε εξωτερική δύναμη, επίθεση ή πίεση με σκοπό να την εμποδίσω ή να την αναχαιτίσω.
2. Αρνούμαι να συμμορφωθώ με εντολές, απαιτήσεις ή προσδοκίες, δείχνοντας άρνηση ή αντίρρηση.
Συνώνυμα
αντιτάσσομαι ανθίσταμαι εναντιώνομαι αμύνομαι αντιμάχομαι ορθώνομαι αντιπαλεύω αντιστρατεύομαι παλεύω αντιδρώ αντεπιτίθεμαι αντιπαρατίθεμαι υπερασπίζομαι αγωνίζομαι συγκρούομαι ανταρτώ επιμένω διαμαρτύρομαι αντιτίθεμαι μάχομαι αμφισβητώ κρατιέμαι αντιπαλεύομαι αντέχω στέκομαι αντιμετωπίζω επιβιώνω εμμένω καταπολεμώ
Αντώνυμα
υποτάσσομαι παραδίνομαι υποκύπτω υπακούω συμμορφώνομαι υποχωρώ συνθηκολογώ αποδέχομαι παραδίδω υφίσταμαι ανέχομαι λυγίζω προσαρμόζομαι σέρνομαι συντρίβομαι υποβάλλομαι υπομένω αφήνομαι κάμπτω παρασέρνομαι παρασύρομαι προσαρμόζω συγκατατίθεμαι συμφωνώ παραδέχομαι υποκλίνομαι κωλώνω συμβιβάζομαι συνεργάζομαι απεμπολώ προσκυνώ συμβαδίζω οδηγώ γονατίζω λιώνομαι πείθομαι συμπορεύομαι υπόκειμαι πέφτω παραιτούμαι συνηθίζω ηττώνομαι συναινώ τρέμω
Παραδείγματα χρήσης
- Στην απεργία, αντιστέκομαι στα αυταρχικά μέτρα της διεύθυνσης.
- Παρά την κούραση, αντιστέκομαι στον πειρασμό να τα παρατήσω.
- Κάθε χειμώνα προσέχω τη διατροφή μου και αντιστέκομαι στις ιώσεις.
- Όταν προσπαθούν να υπονομεύσουν τις αξίες μου, αντιστέκομαι με επιχειρήματα.
- Σε περίπτωση φυσικής επίθεσης, αντιστέκομαι με όση δύναμη διαθέτω.