προσπαθώ
ρήμα1. Κάνω προσπάθεια ή καταβάλλω κόπο για να επιτύχω κάποιο σκοπό, να πραγματοποιήσω μια ενέργεια ή να λύσω ένα πρόβλημα.
2. Δοκιμάζω κάτι για να διαπιστώσω αν είναι εφικτό ή για να εξετάσω μια μέθοδο, χωρίς απαραίτητα να έχω επιτυχία.
Συνώνυμα
επιχειρώ αποπειρώμαι αγωνίζομαι πασχίζω παλεύω δοκιμάζω τολμώ επιδιώκω αποτολμώ μοχθώ κοπιάζω πειραματίζομαι πειρατεύομαι μάχομαι γυρεύω καταπιάνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα προσπαθώ να μάθω καινούργιες λέξεις.
- Πριν ζητήσω βοήθεια, προσπαθώ να επιλύσω το πρόβλημα.
- Παρόλο που είναι δύσκολο, προσπαθώ να μην τα παρατήσω.
- Στο μάθημα, προσπαθώ να συμμετέχω ενεργά.
- Τηλεφωνώ ξανά και ξανά επειδή προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί του.