αναιρούμαι
ρήμα1. Δηλώνω ότι μια προηγούμενη δήλωση, θέση ή ισχυρισμός δεν ισχύει πλέον και παύω να την υποστηρίζω.
Συνώνυμα
ανακαλώ αποσύρομαι ακυρώνομαι μαζεύομαι ανατρέπομαι αναθεωρώ υπανάχωρώ υποχωρώ διαψεύδομαι ματαιώνομαι αποκηρύσσω εκπίπτω απορρίπτομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόφαση του δικαστηρίου αναιρούμαι λόγω νέων στοιχείων.
- Αν το επιχείρημα είναι λανθασμένο, αναιρούμαι εύκολα στην πράξη.
- Με την τελευταία του δήλωση, ο προηγούμενος ισχυρισμός αναιρούμαι.
- Οι κατηγορίες αναιρούμαι όταν αποδειχθεί η αλήθεια.
- Το προηγούμενο συμπέρασμα αναιρούμαι από τα δεδομένα της έρευνας.