αναιρούμαι

ρήμα

1. Δηλώνω ότι μια προηγούμενη δήλωση, θέση ή ισχυρισμός δεν ισχύει πλέον και παύω να την υποστηρίζω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόφαση του δικαστηρίου αναιρούμαι λόγω νέων στοιχείων.
  • Αν το επιχείρημα είναι λανθασμένο, αναιρούμαι εύκολα στην πράξη.
  • Με την τελευταία του δήλωση, ο προηγούμενος ισχυρισμός αναιρούμαι.
  • Οι κατηγορίες αναιρούμαι όταν αποδειχθεί η αλήθεια.
  • Το προηγούμενο συμπέρασμα αναιρούμαι από τα δεδομένα της έρευνας.