καταπραΰνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ή νιώθω πιο ήρεμος· μειώνεται η ανησυχία, η ένταση ή το άγχος μετά από αναστάτωση ή ερέθισμα.
2. Υποχωρώ ή εξασθενώ (για πόνο, φλεγμονή ή άλλο σωματικό σύμπτωμα) ως αποτέλεσμα περίθαλψης, φαρμακευτικής αγωγής ή φυσικής πορείας.
Συνώνυμα
ηρεμώ ησυχάζω ηρεμίζομαι καταλαγιάζω κατευνώνομαι χαλαρώνω ανακουφίζομαι παρηγοριέμαι υποχωρώ καθησυχάζομαι γαληνεύω ηρεμιάζω συνέρχομαι
Αντώνυμα
εκνευρίζομαι αναστατώνομαι ταράζομαι αγχώνομαι ανησυχώ αγριεύομαι θυμώνω διαταράσσομαι στρεσάρομαι εκρήγνυμαι αδημονώ ξεσπάω πανικοβάλλομαι εντείνομαι αναζωπυρώνομαι εγείρομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω χαλαρωτική μουσική, καταπραΰνομαι.
- Μετά το χάπι για τον πονοκέφαλο, καταπραΰνομαι και μπορώ να κοιμηθώ.
- Μόλις μιλήσω με κάποιον που εμπιστεύομαι, καταπραΰνομαι.
- Κάνοντας βαθιές αναπνοές, καταπραΰνομαι σταδιακά.
- Στην εξοχή, μακριά από την πόλη, καταπραΰνομαι και σκέφτομαι καθαρά.