αυξάνομαι
ρήμα1. Να γίνεται μεγαλύτερο σε μέγεθος, πλήθος, ποσότητα ή βαθμό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
2. Να αυξάνεται η ένταση, η συχνότητα ή ο ρυθμός εμφάνισης ενός φαινομένου.
3. Να ανεβαίνει το επίπεδο, η τιμή ή ο αριθμητικός δείκτης ενός μεγέθους.
Συνώνυμα
ανεβαίνω ανέρχομαι αυξάνω μεγαλώνω πληθαίνω πολλαπλασιάζομαι διογκώνομαι ενισχύομαι αναπτύσσομαι εκτοξεύομαι σκαρφαλώνω φουντώνω δυναμώνω πλεονάζω θεριεύω ανυψώνομαι αναβαίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται συνεχώς.
- Ο πληθυσμός της πόλης αυξάνεται κάθε χρόνο.
- Καθώς πλησιάζει η προθεσμία, το άγχος μου αυξάνεται.
- Τα φυτά αυξάνονται γρήγορα με αρκετό νερό και ήλιο.
- Το επιτόκιο αυξάνεται όταν η ζήτηση για δάνεια ανεβαίνει.