αμύνομαι
ρήμα1. Πραγματοποιώ ενέργειες για να προστατεύσω τον εαυτό μου, άλλα πρόσωπα ή αγαθά από επίθεση, βλάβη ή κίνδυνο.
2. Εκτελώ πράξεις ή διατυπώνω επιχειρήματα με σκοπό να αποκρούσω επιθέσεις, κατηγορίες ή επιβουλές σε βάρος μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης αμύνεται με θάρρος στη διάρκεια της μάχης.
- Ο δικηγόρος αμύνεται στο δικαστήριο υπέρ του πελάτη του.
- Η εταιρεία αμύνεται απέναντι στις κατηγορίες για απάτη.
- Εγώ αμύνομαι όταν κάποιος με κατηγορεί άδικα.
- Οι πολίτες αμύνονται κατά της καταπάτησης των δικαιωμάτων τους.