ανεβαίνω
ρήμα1. Μετακινούμαι προς τα πάνω ή διέρχομαι από χαμηλότερο σε ψηλότερο σημείο ή επίπεδο, με περπάτημα, σκαρφάλωμα ή άλλη κίνηση.
2. Μεταβαίνω σε ανώτερη θέση, βαθμίδα ή κατάσταση, αποκτώντας υψηλότερο αξίωμα, ρόλο ή επίπεδο.
Συνώνυμα
αναβαίνω ανέρχομαι αυξάνω ανηφορίζω σκαρφαλώνω αναρριχώμαι επιβιβάζομαι αυξάνομαι ανυψώνομαι υψώνομαι σηκώνομαι ανασηκώνομαι μπαίνω αναρριχούμαι έρχομαι πηγαίνω εμφανίζομαι πάω αναδύομαι αναπτύσσομαι βηματίζω ενθουσιάζομαι ορθώνομαι αναβαθμίζομαι ανακάμπτω απογειώνομαι μεταβαίνω ξεσηκώνομαι εκτοξεύομαι προοδεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ανεβαίνω τρεις σκάλες για να φτάσω στο γραφείο.
- Το θερμόμετρο ανεβαίνει αργά το απόγευμα.
- Οι τιμές των εισιτηρίων ανεβαίνουν κάθε μήνα.
- Πρέπει να ανεβούμε στο τραμ πριν κλείσει η πόρτα.
- Όταν τον φώναξαν, ανέβηκε στη σκηνή με αυτοπεποίθηση.
- Αύριο ανεβαίνω στην Αθήνα για δουλειά.