κερδίζω
ρήμα1. Αποκτώ χρήματα, πλούτο ή άλλα υλικά οφέλη ως αποτέλεσμα εργασίας, επένδυσης ή οικονομικής δραστηριότητας.
2. Περνώ μπροστά από αντιπάλους σε αγώνα, διαγωνισμό ή παιχνίδι, επιτυγχάνοντας την πρώτη θέση ή καλύτερο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν κερδίζω σε έναν αγώνα, νιώθω μεγάλη χαρά.
- Με τη δουλειά μου κερδίζω αρκετά χρήματα για να πληρώνω το ενοίκιο.
- Αν οργανώσω το πρόγραμμά μου σωστά, κερδίζω πολύτιμο χρόνο.
- Από κάθε δυσκολία κερδίζω εμπειρία.
- Με την ειλικρίνειά μου κερδίζω την εμπιστοσύνη των συναδέλφων.