αλωνίζω

ρήμα

1. Κτυπώ σε αλώνι ή υποβάλλω σε διαδικασία αλώνισματος σιτηρά, ώστε να αποχωριστεί ο καρπός από το άχυρο ή τα λέπια.

2. Περιφέρομαι ή κινούμαι ανεξέλεγκτα και ευρέως μέσα σε χώρο ή περιοχή, συχνά χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε φθινόπωρο αλωνίζω στο αλώνι μαζί με τους γονείς μου.
  • Τον Σεπτέμβριο οι γεωργοί αλωνίζουν το σιτάρι στο παλιό αλώνι.
  • Η φωτιά αλωνίζει στα βουνά και απειλεί τα χωριά.
  • Μετά τη συναυλία η παρέα αλωνίζει στους δρόμους μέχρι το ξημέρωμα.
  • Ο ιός αλωνίζει ακόμη παρά τα περιοριστικά μέτρα.