παραδίνομαι
ρήμα1. Παραχωρώ την αντίσταση και παραδίνομαι σε αντίπαλο, στις αρχές ή σε άλλη εξουσία, σταματώντας κάθε προσπάθεια αντίστασης ή διαφυγής.
2. Δίνω τον εαυτό μου σε έντονα συναισθήματα, πάθη ή επιθυμίες, επιτρέποντάς τους να με κυριεύσουν χωρίς αντίσταση.
Συνώνυμα
συνθηκολογώ υποκύπτω αφήνομαι υποτάσσομαι αφενομαι αφοσιώνομαι παραιτούμαι εκδίδομαι υποβάλλομαι χάνω εγκαταλείπω απεμπολώ λυγίζω συμβιβάζομαι υποκλίνομαι κάμπτω παρασέρνομαι παρασύρομαι υποχωρώ παραχωρούμαι εμπίπτω βυθίζομαι ταπεινώνομαι προσκυνώ υπομένω υπακούω λιώνομαι συναρπάζομαι υπόκειμαι
Αντώνυμα
αντιστέκομαι ανυποχωρώ αντέχω προσπαθώ επιτίθεμαι στέκομαι πολεμώ παλεύω αγωνίζομαι κυριαρχώ μάχομαι ξεπερνώ ορθώνομαι αμύνομαι αντεπιτίθεμαι αντιπαλεύω ξεσηκώνομαι καταπολεμώ επιμένω αρνούμαι συγκρατούμαι αντιμάχομαι κερδίζω νικάω νικώ διατάζω πολεμάω γλιτώνω δραπετεύω ανταπεξέρχομαι εμμένω πασχίζω αντεπεξέρχομαι εκφεύγω κατατροπώνω υπερνικώ κρατιέμαι παραμένω χτυπώ χειρίζομαι επιχειρηματολογώ θριαμβεύω ανταγωνίζομαι ηγούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από πολλές ώρες μάχης, οι αιχμάλωτοι παραδίνονται στους στρατιώτες.
- Ο ύποπτος τελικά παραδόθηκε στην αστυνομία.
- Στον χορό παραδίνομαι και ξεχνώ τα πάντα.
- Τα πακέτα παραδίνονται στην πόρτα κάθε πρωί.
- Όταν κουράζομαι, παραδίνομαι και ζητώ βοήθεια.