αντέχω
ρήμα1. Διατηρώ ικανότητα να σηκώνω πόνο, κόπωση, δυσκολίες ή ψυχολογική πίεση χωρίς να καταρρεύσω.
2. Αντιστέκομαι σε εξωτερική δύναμη, πίεση ή φόρτο χωρίς να υποστεί βλάβη ή ζημιά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν αντέχω άλλο τον πόνο.
- Δεν αντέχω τον συνεχή θόρυβο σε αυτή τη γειτονιά.
- Δεν αντέχω οικονομικά να αγοράσω καινούριο αυτοκίνητο.
- Αυτό το υλικό αντέχει στην υγρασία και στη φθορά.
- Μπορώ να αντέχω μόνο δύο ώρες χωρίς διάλειμμα.