στέκομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι όρθιος πάνω στα πόδια, διατηρώντας σταθερή στάση χωρίς να κινούμαι.
2. Μένω σε συγκεκριμένη θέση ή τόπο, χωρίς να μετακινούμαι.
3. Υιοθετώ ή εκφράζω συγκεκριμένη στάση ή θέση σχετικά με πρόσωπο, ζήτημα ή κατάσταση.
Συνώνυμα
στέκω σταθώ ίσταμαι ανορθώνομαι βρίσκομαι παραμένω μένω ορθώνομαι υψώνομαι φέρομαι απομένω ανασηκώνομαι αράζω διαφέρω εμμένω κρατούμαι συμπεριφέρομαι αναμένω σηκώνομαι αντιστέκομαι αντέχω ακινητοποιούμαι σταματώ επιμένω καρφώνομαι υπάρχω διαμένω περιμένω είμαι φέρνομαι ανταπεξέρχομαι ανταποκρίνομαι αντεπεξέρχομαι
Αντώνυμα
κάθομαι ξαπλώνομαι καθίζομαι υποχωρώ υποτάσσομαι παραδίνομαι εγκαταλείπω τρέχω χορεύω περπατάω ξαπλώνω καταρρέω κυκλοφορώ βαδίζω βηματίζω κείτομαι παρελαύνω περιπατώ τριγυρνώ φεύγω κινούμαι περπατώ απομακρύνομαι φύγω πέφτω κουνιέμαι πάω παρατώ πηδάω αποχωρώ δειλιάζω διαλύομαι κυλάω λυγίζω μετακινούμαι ξεγλιστράω σέρνομαι στηρίζομαι υποκλίνομαι ξεκουμπίζομαι ξεπετάγομαι περιδιαβαίνω στριφογυρίζομαι τριγυρίζω τσακίζομαι πηγαίνω παραιτούμαι αναχωρώ πετάγομαι αιωρούμαι γλιστράω μεταβαίνω μετατρέπομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Δίπλα στο παράθυρο στέκομαι κάθε πρωί.
- Στον σταθμό στέκομαι μέχρι να έρθει το τρένο.
- Μετά την προπόνηση δεν στέκομαι καλά στα πόδια μου.
- Σου στέκομαι στο πλευρό σε ό,τι κι αν χρειαστείς.
- Στο κείμενο στέκομαι στην παράγραφο που εξηγεί το κύριο σημείο.