φουντώνω
ρήμα1. Κάνω ή γίνομαι πιο ζωηρή και δυνατή η φωτιά ή η φλόγα, με αύξηση του ύψους, της θερμότητας ή της έντασης.
2. Δυναμώνω ή προκαλώ ενίσχυση της κίνησης ή της έντασης φυσικών φαινομένων, όπως άνεμος ή κύματα.
Συνώνυμα
εντείνω αναζωπυρώνομαι αναζωπυρώνω αναφλέγομαι οργιάζω αγριεύω οξύνομαι ξεσπάω ανθίζω βλασταίνω πρασινίζω πυκνώνω θυμώνω ξεσηκώνω πληθαίνω ξεσηκώνομαι ενθουσιάζομαι αναστατώνομαι αναπτύσσομαι μεγαλώνω ανάβω αυξάνομαι ενθουσιάζω
Αντώνυμα
σβήνω καταλαγιάζω ξεθυμαίνω μαραίνομαι ηρεμώ ησυχάζω εξασθενώ υποχωρώ αποδυναμώνομαι ξεφουσκώνω κοπάζω μειώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Η φωτιά φούντωσε μέσα σε λίγα λεπτά.
- Ο άνεμος φούντωνε και τα κύματα άρχισαν να σπάνε πιο δυνατά.
- Μετά την προσβολή, ο θυμός του φούντωσε.
- Την άνοιξη οι κήποι φούντωσαν σε χρώματα και μυρωδιές.
- Με κάθε γράμμα, ο έρωτάς της φουντώνει.