επικρατώ
ρήμα1. Να αποκτώ ή να ασκώ ανώτερη επιρροή σε σύγκρουση, ανταγωνισμό ή διαφωνία, με αποτέλεσμα οι πράξεις, οι απόψεις ή οι αποφάσεις ενός μέρους να υπερισχύουν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υποχωρώ χάνω ηττώμαι υποσκελίζομαι ηττώνομαι εκλείπω εξαφανίζομαι σπανίζω συντρίβομαι αποτυγχάνω περιθωριοποιούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τελικά επικράτησε η λογική.
- Στη συζήτηση επικρατούσε παγωμένη σιωπή.
- Στον αγώνα επικράτησαν οι φιλοξενούμενοι με 2-0.
- Στην εταιρεία επικρατεί κλίμα συνεργασίας.
- Μετά τη μεγάλη καταιγίδα επικρατεί χάος στους δρόμους.