ξεσηκώνομαι
ρήμα1. Να κινητοποιούμαι και να παίρνω μέρος σε οργανωμένη ή μαζική αντίδραση ή διαμαρτυρία ενάντια σε εξουσία, κατάσταση ή αδικία.
2. Να διεγείρομαι συναισθηματικά ή να παρασύρομαι από παρόρμηση, ώστε να εκδηλώνω έντονη αντίδραση ή ενθουσιασμό.
Συνώνυμα
εξεγείρομαι επαναστατώ ανταρτώ εγείρομαι σηκώνομαι στασιάζω φουντώνομαι ενθουσιάζομαι συναρπάζομαι παθιάζομαι τσιτώνω ανάβω ανασηκώνομαι ορθώνομαι ανασταίνομαι ανεβαίνω αναστατώνομαι φουντώνω απογειώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ξεσηκώνομαι νωρίς για να προλάβω το λεωφορείο.
- Μόλις ακούω αυτή τη μουσική, ξεσηκώνομαι και αρχίζω να χορεύω.
- Όταν βλέπω αδικία, ξεσηκώνομαι και πηγαίνω στις διαδηλώσεις.
- Με τη θέα του πλήθους, ξεσηκώνομαι από συγκίνηση.
- Σε κρίσιμες στιγμές, ξεσηκώνομαι και παίρνω πρωτοβουλία.