ενεργώ
ρήμα1. Προβαίνω σε ενέργειες ή πράξεις με σκοπό να επιτύχω ένα αποτέλεσμα ή να ανταποκριθώ σε ανάγκη ή σκοπό.
2. Λειτουργώ ή βρίσκομαι σε ενεργό κατάσταση ως μέρος μιας διαδικασίας, ενός συστήματος ή μιας λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στις κρίσιμες στιγμές ενεργώ με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα.
- Όταν αντιλαμβάνομαι αδικία, ενεργώ άμεσα για να βοηθήσω τους άλλους.
- Ως διευθύντρια του τμήματος, ενεργώ σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις πολιτικές της εταιρείας.
- Στην έρευνα, ενεργώ ως συντονίστρια και οργανώνω τις δοκιμές.
- Με τις μικρές καθημερινές επιλογές μου ενεργώ για την προστασία του περιβάλλοντος.