διατάσσω
ρήμα1. Δίνω εντολή σε κάποιον να εκτελέσει μια πράξη ή καθήκον, συχνά από θέση εξουσίας ή αρμοδιότητας.
2. Τοποθετώ ή τακτοποιώ πρόσωπα, αντικείμενα ή στοιχεία σε καθορισμένη σειρά ή διάταξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διοικητής διατάσσει τους στρατιώτες να περιμένουν εντολές.
- Στο εργαστήριό μου διατάσσω τα εργαλεία κατά μέγεθος για ευκολία στη χρήση.
- Με το διάταγμα διατάσσεται η άμεση εκκένωση της περιοχής.
- Οι καθηγητές διατάσσουν τους μαθητές να παραμείνουν στην τάξη μέχρι να τελειώσει το μάθημα.
- Ο διευθυντής θα διατάξει την εφαρμογή νέων πρωτοκόλλων ασφαλείας.