κοπάζω
ρήμα1. Η ένταση, η δύναμη ή η ένδειξη ενός φαινομένου ή αισθήματος μειώνεται σταδιακά και γίνεται πιο ήπια ή παύει να είναι έντονη (για άνεμο, βροχή, θόρυβο, πόνο κ.ά.).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εντείνομαι δυναμώνω οξύνομαι αυξάνομαι ενισχύομαι φουντώνω ανεβαίνω επιτείνω εντείνω παθιάζομαι σκληραίνω ξεκινάω αναστατώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άνεμος μετά την καταιγίδα κοπάζει σιγά σιγά.
- Ο πονοκέφαλος κοπάζει αφού πήρε το παυσίπονο.
- Η οργή του δεν κοπάζει εύκολα.
- Μετά τις γιορτές, ο θόρυβος στην πλατεία κοπάζει.
- Οι φήμες για το συμβάν επιτέλους κοπάζουν.