υπερισχύω
ρήμα1. Έχω ή αποκτώ μεγαλύτερη ισχύ, δύναμη ή επιρροή σε σχέση με κάτι άλλο, με αποτέλεσμα να επιβάλλομαι και να περιορίζεται ή να εξαλείφεται η δράση του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος νόμος υπερισχύει των προηγούμενων διατάξεων.
- Στην ψηφοφορία υπερίσχυσε η πρόταση για ανανέωση του συμβουλίου.
- Στη μάχη της αγοράς, η ποιότητα υπερισχύει της τιμής.
- Παρά τις δυσκολίες, η λογική υπερίσχυε στην τελική απόφαση.
- Στη συζήτηση, τα επιχειρήματα των ειδικών υπερισχύουν των κοινών απόψεων.