ορθώνομαι

ρήμα

1. Μεταβαίνω σε όρθια στάση από καθιστή ή ξαπλωτή θέση, αποκτώντας ευθυτενή θέση του σώματος.

2. Αποκτώ όρθια, τεντωμένη ή ανυψωμένη μορφή ή διάταξη (για ανθρώπους, κατασκευές, κύματα κ.ά.).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί ορθώνομαι νωρίς για να προλάβω τη δουλειά.
  • Καθισμένος στον καναπέ, ξαφνικά ορθώνομαι όταν ακούω μια δυνατή είδηση.
  • Όταν βλέπω αδικία, αμέσως ορθώνομαι απέναντί της.
  • Μετά την αποτυχία, σιγά σιγά ορθώνομαι και συνεχίζω.
  • Παρά τις δυσκολίες, ορθώνομαι με περισσότερη αυτοπεποίθηση κάθε μέρα.