προχωρώ
ρήμα1. Κινούμαι προς τα εμπρός στον χώρο ή διανύω απόσταση, αλλάζοντας θέση σε σχέση με το σημείο εκκίνησης.
2. Μεταβαίνω σε επόμενο στάδιο ή σημείο μιας διαδικασίας ή ανάπτυξης, προωθώντας την εξέλιξη ή την ολοκλήρωση ενός έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον συνωστισμό, παρ' όλα αυτά προχωρώ προς την έξοδο.
- Τώρα που τελείωσα τις προετοιμασίες, προχωρώ με το επόμενο βήμα του σχεδίου.
- Καθώς προχωρώ στο διάβασμα, καταλαβαίνω καλύτερα το μάθημα.
- Παρά τις δυσκολίες, προχωρώ και δεν σταματάω.
- Με τα χρόνια προχωρώ και μαθαίνω να εκτιμώ τα απλά πράγματα.