απαιτώ

ρήμα

1. Εκφράζω με αποφασιστικότητα την απαίτηση να μου δοθεί, να γίνει ή να τηρηθεί κάτι που θεωρώ δικαίωμά μου ή αναγκαίο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Απαιτώ σεβασμό από όλους.
  • Απαιτώ εξηγήσεις για το σφάλμα.
  • Απαιτώ να τηρηθούν οι όροι της σύμβασης.
  • Απαιτώ περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσω το έργο.
  • Απαιτώ άμεση επιστροφή των χρημάτων.
  • Απαιτώ απόδειξη για την αγορά.